Νεκρός στην ξενιτιά

Δώδεκα η ώρα που δείχνει το ρολόι,
και κάποια μάνα δίπλα του που λέει μοιρολόι,
ο γιος της ο μονάκριβος που έφυγε στα ξένα,
δεν πρόλαβε στο χέρι του, να βάλει εψές της πένα.

Πουλάκι κάθισε στης μυγδαλιάς το πιο ψηλό κλαδί,
και η φωνή του έκαιγε σα φλογερό δαδί,
νέο λυπητερό της έφερνε, που πόναγε πολύ,
κρύωνε, κι η καρδούλα του χτυπούσε σα τρελή.

Μαράζωνε και η μάνα ακούγοντας αυτά,
με μια φωνή που ερχότανε από το πουθενά,
απέθανε ο γιόκας της, σκοτώθηκε νωρίς,
και είναι τώρα στα χώματα μιας ξενισμένης γης.

Χώματα ξένα σκεπάζουν το κορμί του,
ένα κυπαρίσσι υψώνεται, στη μέση, στην αυλή του,
και νεκρική πομπή δεν έσυρε το νεκρικό κορμί του,
παπάς κανείς δεν έψαλε να σώσει τη ψυχή του.

10.12.2003

Comments are closed.

Blog at WordPress.com.

Up ↑