Βρέχει και μυρίζει θειάφι η βροχή,
το χώμα που πατάω, μπαρούτι μυρίζει,
το μυαλό μου κολλημένο σε μια άλλη εποχή,
η καρδιά μου μες τη βροχή, μονάχη βαδίζει.
Σωπαίνω και γύρω μου ήχοι πολλοί,
πόρτες που τρίζουν, καρδιές που ραγίζουν,
δίπλα μου κλαίει μοναχό ένα βιολί,
για ανθρώπους που έρωτες δε μπορούσαν να ορίζουν.
‘Ονειρα θάβονται σε στιγμές σκοτεινές,
αισθήματα πνίγονται στην άκρη του ονείρου,
αγάπη ζητούν σε καρδιές μακρινές,
ψάχνουν ελπίδα στο τέλος του απείρου.
‘Ανθρωποι που βρήκαν τις πόρτες κλειστές,
βλέπουν το όνειρα μακριά να πετάει,
χάνονται μόνοι, σε χλωμές μουσικές,
μιλούν συνεχώς, και η σιωπή τους μιλάει.
Και αυτοί κολλημένοι, έξω απο μια πόρτα κλειστή,
να προσδοκούν οτι μια μέρα θ’ ανοίξει,
θα περιμένουν για χρόνια και αυτή θα μένει κλειστή,
κανείς δε μπορεί να την αγγίξει.
Με δίχως όνειρα, χωρίς αγάπη, δίχως έρωτα,
βλέπουν έναν κόσμο σκληρό και σκοτεινό,
χωρίς ελπίδα σαπίζουν σε βράδια αξημέρωτα,
ελπίζουν μόνο σε ένα αστέρι πρωινό.
Υπάρχει ένας κόσμος που δεν έχουν δει,
κρυμμένος στα μάτια αυτής της κοπέλας,
νιώθω πρώτη φορά από όταν ήμουν παιδί,
ότι η αγάπη αγγίζει τα όρια της τρέλας.
24.10.2006